Τοξικά_υφάσματα
Τσ_τοξικά_ρούχα

Τα τοξικά ρούχα και οι κίνδυνοι για την Υγεία

της Λίλας Σταμπούλογλου

Η βιομηχανία παραγωγής υφασμάτων είναι η βάση πάνω στην οποία πατούν δεκάδες άλλες βιομηχανίες, με εξέχουσα εκείνη της παραγωγής ενδυμάτων. Σύμφωνα με στατιστικές που έγιναν στις αρχές του 21 ου αιώνα, υφάσματα και ενδύματα συγκροτούν μια αγορά παγκόσμιων εξαγωγών αξίας 400 δις., που αναπαριστά το 6% του διεθνούς εμπορίου γενικά και το 8% του διεθνούς εμπορίου αγαθών ειδικότερα.

Η μεγάλη έκρηξη στη βιομηχανική παραγωγή υφασμάτων και παρεμφερών αγαθών σημειώθηκε κατά τη διάρκεια του 20 ου αιώνα. Η τεχνολογική και επιστημονική πρόοδος έφερε εξελιγμένες μεθόδους και νέες πρώτες ύλες, κυρίως συνθετικά υφάσματα, πιο φτηνά και με μεγαλύτερες αντοχές. Η βιομηχανία ενδυμάτων ή, όπως είθισται να ονομάζεται, «βιομηχανία της μόδας» είναι σήμερα ένας παγκοσμιοποιημένος κλάδος. Τα ρούχα συνήθως σχεδιάζονται σε μια χώρα, κατασκευάζονται σε μια άλλη και μετά πωλούνται σε όλο τον κόσμο. Αυτό σημαίνει στην πράξη ότι μια αμερικανική εταιρεία μπορεί να έχει ως πηγή υφάσματος την Κίνα, η κατασκευή των ρούχων της να γίνεται στο Βιετνάμ, η τελειοποίησή τους στην Ιταλία κι, έπειτα, να ξεκινά η διανομή τους σε καταστήματα λιανικής πώλησης παγκοσμίως.

Με το πέρασμα των χρόνων και τις εξελίξεις στα υλικά και στις μεθόδους παραγωγής, η βιομηχανία υφασμάτων μπόρεσε να παράγει πιο φτηνά και πιο πολλά προϊόντα, ικανοποιώντας τον υπέρ-καταναλωτισμό της κοινωνίας που άνθιζε. Στατιστικές στη Σουηδία αποκάλυψαν ότι, το 2007, ο μέσος Σουηδός καταναλωτής αγόρασε 24 κιλά από υφαντικές ύλες – 9 κιλά ετησίως περισσότερα από το 1994.1 Το παραπάνω δεδομένο, το οποίο είναι παρόμοιο σε όλες τις χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου, καθιστά προφανές ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι καταναλώνουμε πολύ, μα πολύ ύφασμα.

 

Τα τοξικά ρούχα και οι κίνδυνοι για την υγεία

 

Τοξικός εφιάλτης

Πρόσφατα, ένα δημοσίευμα τάραξε την ησυχία μερικών παγκοσμίως διάσημων ονομάτων στον χώρο της ένδυσης. Μεταξύ τους, εταιρείες με παραγωγή εκατοντάδων εκατομμυρίων ενδυμάτων ετησίως, οι οποίες είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς λόγω των χαμηλών τιμών τους. Τις εταιρείες αυτές έβαλε στο στόχαστρο μια έκθεση της Greenpeace, η οποία ισχυρίζεται ότι τα υφάσματα που χρησιμοποιούν είναι επιβαρυμένα με επικίνδυνα τοξικά, βάσει των αποτελεσμάτων μιας έρευνας που έγινε πάνω σε 141 δείγματα ρούχων.2,3

Η χημικός της Greenpeace, Κριστιάνε Χούξντορφ, μιλώντας στην Deutsche Welle, επεσήμανε ότι στην έρευνά τους εντόπισαν κάποια υπολείμματα απορρυπαντικών, τα λεγόμενα NPEs, τα οποία μπορεί να έχουν επιπτώσεις στις ανθρώπινες ορμόνες. Εντόπισαν, ακόμα, υπολείμματα από μαλακτικά, τα οποία επίσης μπορούν να επιδράσουν στις ανθρώπινες ορμόνες και να προκαλέσουν διαταραχές στη γονιμότητα, ενώ βρέθηκαν και υπολείμματα από καρκινογόνες ουσίες σε χρώματα.2,3

Πολύ συχνά χρησιμοποιούνται χρώματα με ΑΖΟ, δηλαδή με μονοξείδιο του ψευδαργύρου εμπλουτισμένο με αλουμίνιο, που είναι εξαιρετικά τοξικά. Το γεγονός ότι σε κάποιες χώρες απαγορεύεται η χρήση τους δεν αποτελεί πρόβλημα για τις βιομηχανίες, αφού αυτές παράγουν κυρίως σε ασιατικές και τριτο­κοσμικές χώρες, όπου οι ποιοτικοί έλεγχοι δεν είναι αυστηροί. Χαρακτηριστικά, η Κριστιάνε Χούξντορφ σημειώνει ότι «δεν πα­ράγουν στην Ασία μόνο γιατί εκεί είναι πιο φθηνά, αλλά γιατί εκεί μπορούν να χρησιμοποιούν χημικά που δεν θα χρησιμοποιούσαν στην Ευρώπη»…2,3

Η σύγχρονη βιομηχανία υφασμάτων χρησιμοποιεί περίπου 8.000 συνθετικά χημικά. Το δέρμα είναι το βασικό όργανο με το οποίο έρχονται σε επαφή τα επιβαρυμένα με αυτά τα χημικά υφάσματα. Κυρίως μέσω αυτού περνούν στον οργανισμό και, διερχόμενα από το λεμφικό σύστημα, εισβάλλουν στο αίμα και καταλήγουν στο συκώτι.4 Υπό φυσιολογικές συνθήκες, το δέρ­μα έχει την ιδιότητα να εμποδίζει τις τοξίνες να το διαπεράσουν. Τα συνθετικά υφάσματα, ωστόσο, πνίγουν το δέρμα, περιορίζοντας αυτή την ιδιότητά του.4

Η ανάπτυξη των συνθετικών ινών κλωστοϋφαντουργίας είχε τεράστιο αντίκτυπο στην παραγωγή και την κατανάλωση ρούχων στην Ευρώπη από το 1960, ειδικά για την προώθηση μιας φαινομενικά απεριόριστης όρεξης των καταναλωτών για τη μόδα και τα είδη ένδυσης. Κι όμως, οι συνθετικές ίνες είναι μη βιοδιασπώμενες, αποτελώντας ιδιαίτερο πρόβλημα και για το περιβάλλον.1

Ως προς τα χημικά, στην πραγματικότητα η πρόσφατη προειδοποίηση της Greenpeace δεν είναι μοναδική. Αντίστοιχη προειδοποίηση του WWF εστίαζε στα υπερφθοριωμένα χημικά της ομάδας PFCs, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και το γνωστό τεφλόν, τα οποία χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο στη βιομηχανία επειδή κάνουν τα υφάσματα να έχουν μεγαλύτερη αντοχή και να μην τσαλακώνονται (η ένδειξη «no-iron» στο ρούχο σημαίνει ότι μάλλον περιέχει PFCs).2,3

Φυσικά, η μακροχρόνια επαφή με τα χημικά των συνθετικών κυρίως υφασμάτων έχει συνδεθεί και με πιο σοβαρές παθήσεις, όπως τα αυτοάνοσα νοσήματα, ο καρκίνος, οι καταστροφές στο ανοσοποιητικό, οι διαταραχές στη συμπεριφορά και τα ορμονικά προβλήματα.4

Το ότι τα υφάσματα φορτώνονται χημικά γίνεται αντιληπτό εύκολα με την όσφρηση. Μπαίνοντα

Τοξικός εφιάλτης

Πρόσφατα, ένα δημοσίευμα τάραξε την ησυχία μερικών παγκοσμίως διάσημων ονομάτων στον χώρο της ένδυσης. Μεταξύ τους, εταιρείες με παραγωγή εκατοντάδων εκατομμυρίων ενδυμάτων ετησίως, οι οποίες είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς λόγω των χαμηλών τιμών τους. Τις εταιρείες αυτές έβαλε στο στόχαστρο μια έκθεση της Greenpeace, η οποία ισχυρίζεται ότι τα υφάσματα που χρησιμοποιούν είναι επιβαρυμένα με επικίνδυνα τοξικά, βάσει των αποτελεσμάτων μιας έρευνας που έγινε πάνω σε 141 δείγματα ρούχων.2,3

Η χημικός της Greenpeace, Κριστιάνε Χούξντορφ, μιλώντας στην Deutsche Welle, επεσήμανε ότι στην έρευνά τους εντόπισαν κάποια υπολείμματα απορρυπαντικών, τα λεγόμενα NPEs, τα οποία μπορεί να έχουν επιπτώσεις στις ανθρώπινες ορμόνες. Εντόπισαν, ακόμα, υπολείμματα από μαλακτικά, τα οποία επίσης μπορούν να επιδράσουν στις ανθρώπινες ορμόνες και να προκαλέσουν διαταραχές στη γονιμότητα, ενώ βρέθηκαν και υπολείμματα από καρκινογόνες ουσίες σε χρώματα.2,3

Πολύ συχνά χρησιμοποιούνται χρώματα με ΑΖΟ, δηλαδή με μονοξείδιο του ψευδαργύρου εμπλουτισμένο με αλουμίνιο, που είναι εξαιρετικά τοξικά. Το γεγονός ότι σε κάποιες χώρες απαγορεύεται η χρήση τους δεν αποτελεί πρόβλημα για τις βιομηχανίες, αφού αυτές παράγουν κυρίως σε ασιατικές και τριτο­κοσμικές χώρες, όπου οι ποιοτικοί έλεγχοι δεν είναι αυστηροί. Χαρακτηριστικά, η Κριστιάνε Χούξντορφ σημειώνει ότι «δεν πα­ράγουν στην Ασία μόνο γιατί εκεί είναι πιο φθηνά, αλλά γιατί εκεί μπορούν να χρησιμοποιούν χημικά που δεν θα χρησιμοποιούσαν στην Ευρώπη»…2,3

Η σύγχρονη βιομηχανία υφασμάτων χρησιμοποιεί περίπου 8.000 συνθετικά χημικά. Το δέρμα είναι το βασικό όργανο με το οποίο έρχονται σε επαφή τα επιβαρυμένα με αυτά τα χημικά υφάσματα. Κυρίως μέσω αυτού περνούν στον οργανισμό και, διερχόμενα από το λεμφικό σύστημα, εισβάλλουν στο αίμα και καταλήγουν στο συκώτι.4 Υπό φυσιολογικές συνθήκες, το δέρ­μα έχει την ιδιότητα να εμποδίζει τις τοξίνες να το διαπεράσουν. Τα συνθετικά υφάσματα, ωστόσο, πνίγουν το δέρμα, περιορίζοντας αυτή την ιδιότητά του.4

Η ανάπτυξη των συνθετικών ινών κλωστοϋφαντουργίας είχε τεράστιο αντίκτυπο στην παραγωγή και την κατανάλωση ρούχων στην Ευρώπη από το 1960, ειδικά για την προώθηση μιας φαινομενικά απεριόριστης όρεξης των καταναλωτών για τη μόδα και τα είδη ένδυσης. Κι όμως, οι συνθετικές ίνες είναι μη βιοδιασπώμενες, αποτελώντας ιδιαίτερο πρόβλημα και για το περιβάλλον.1

Ως προς τα χημικά, στην πραγματικότητα η πρόσφατη προειδοποίηση της Greenpeace δεν είναι μοναδική. Αντίστοιχη προειδοποίηση του WWF εστίαζε στα υπερφθοριωμένα χημικά της ομάδας PFCs, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και το γνωστό τεφλόν, τα οποία χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο στη βιομηχανία επειδή κάνουν τα υφάσματα να έχουν μεγαλύτερη αντοχή και να μην τσαλακώνονται (η ένδειξη «no-iron» στο ρούχο σημαίνει ότι μάλλον περιέχει PFCs).2,3

Πολύς κόσμος έχει νιώσει κάποια ενόχληση, έχει εμφανίσει αλλεργία ή ακόμα και ένα σοβαρότερο πρόβλημα, εξαιτίας κάποιου υφάσματος με το οποίο ήρθε σε επαφή. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι άνθρωποι είναι δύσκολο να κάνουν τη σύνδεση μεταξύ του προβλήματος και του υφάσματος που το προκαλεί, με αποτέλεσμα να μένουν εκτεθειμένοι σ’ αυτό. Οι βασικότερες ενοχλήσεις που έχουν μέχρι σήμερα καταγραφεί είναι δερματικά εξανθήματα και κακώσεις, ναυτία, κόπωση, πονοκέφαλος, αίσθημα φαγούρας και καψίματος, θολή όραση, δύσπνοια, συνάχι και ξαφνικές μολύνσεις.4

Φυσικά, η μακροχρόνια επαφή με τα χημικά των συνθετικών κυρίως υφασμάτων έχει συνδεθεί και με πιο σοβαρές παθήσεις, όπως τα αυτοάνοσα νοσήματα, ο καρκίνος, οι καταστροφές στο ανοσοποιητικό, οι διαταραχές στη συμπεριφορά και τα ορμονικά προβλήματα.4

Το ότι τα υφάσματα φορτώνονται χημικά γίνεται αντιληπτό εύκολα με την όσφρηση. Μπαίνοντας κάποιος σε ένα πολυκατάστημα ρούχων, κυρίως πολύ εμπορικών και φτηνών, διακρίνει μια χαρακτηριστική μυρωδιά. Παρόμοια αίσθηση δίνει και ο αέρας που βγαίνει από ένα πακεταρισμένο ρούχο αυτών των καταστημάτων, όταν το ανοίγουμε.

τοξικά_υφάσματα

τοξικά υφάσματα

 

Σχετικό άρθρο, αφού κατέγραφε την εμπειρία μιας γυναίκας που βίωσε αλλεργικά συμπτώματα μόλις άνοιξε ένα πακέτο μεγάλης εταιρείας ρούχων, αποκάλυπτε ότι αρκετές βιομηχανίες χρησιμοποιούν φορμαλδεΰδη για να κάνουν τα ρούχα να φαίνονται φρεσκαρισμένα, ατσαλάκωτα και να μη μουχλιάζουν κατά τη διάρκεια της αποθήκευσής τους.5 Το ίδιο άρθρο ανέφερε ότι η χρήση μιας τόσο επικίνδυνης ουσίας στα ενδύματα παραμένει άγνωστη στους καταναλωτές, εφόσον οι εταιρείες δεν υποχρεώνονται να το αναφέρουν στις ετικέτες. Τεστ σε κινέζικης προέλευσης ρούχα που πραγματοποίησε εργαστήριο στη Νέα Ζηλανδία αποκάλυψε ότι αυτά έφεραν φορμαλδεΰδη σε ποσοστό 900%(!) πιο μεγάλο από τα όρια ασφαλείας που έχουν θεσπιστεί ως προς την έκθεση στη συγκεκριμένη ουσία.5

Η φορμαλδεΰδη είναι ισχυρά τοξική, έχει συνδεθεί με δερματικές ενοχλήσεις και αλλεργικές αντιδράσεις, ενώ η Διεθνής Υπηρεσία Έρευνας για τον Καρκίνο την έχει χαρακτηρίσει ιδιαίτερα καρκινογόνα για τον άνθρωπο. Δυστυχώς, δεν τη χρησιμοποιεί μόνο η βιομηχανία ένδυσης. Τα υφάσματα για τα έπιπλα, για το σπίτι, ακόμα και είδη που προορίζονται για την κρεβατοκάμαρα υφίστανται συχνά επεξεργασία με αυτή την ουσία.5

Το πρόβλημα με το βαμβάκι

Το βαμβάκι έχει αποτελέσει θέμα από μόνο του, καθώς είναι μία από τις σημαντικότερες υφαντικές ύλες. Σύμφωνα με το WWF, αποτελεί το 48% όλων των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων παραγωγής (το 45% λαμβάνεται από συνθετικά και το 3% αντιστοιχεί σε άλλες ίνες). Το παραπάνω δεδομένο οδηγεί σε υπερ-καλλιέργεια.

Κάθε χρόνο παράγονται 20 εκατ. τόνοι βαμβακιού σε τουλάχιστον 90 χώρες. Η Κίνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ινδία, το Πα­κιστάν, το Ουζμπεκιστάν και η Δυτική Αφρική αντιπροσωπεύουν πάνω από το 75% της παγκόσμιας παραγωγής.6 Οι αρνητικές επιπτώσεις για το περιβάλλον και τον άνθρωπο προέρχονται κυρίως από την τεράστια χρήση φυτοφαρμάκων σε αυτές τις καλλιέργειες. Σε χώρες, μάλιστα, με πιο χαλαρό νομοθετικό πλαίσιο, εκ των οποίων κάποιες κατέχουν το μεγαλύτερο ποσοστό της παγκόσμιας παραγωγής βαμβακιού, η χρήση φυτοφαρμάκων στις καλλιέργειες μεγαλώνει. Είναι τρομακτικό, αλλά το 11% της παγκόσμιας αγοράς φυτοφαρμάκων πάνε στο βαμβάκι!6

Μεταξύ των ουσιών που χρησιμοποιούνται συγκαταλέγονται και μερικές από τις πιο τοξικές που υπάρχουν, κατά την Αμερικανική Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος. Πολλά από αυτά τα φυτοφάρμακα έχουν σχετιστεί και με καρκινογενέσεις. Ο Π.Ο.Υ εκτιμά ότι τουλάχιστον 3 εκατ. άνθρωποι δηλητηριάζονται από φυτοφάρμακα κάθε χρόνο και 40.000 πεθαίνουν εξαιτίας τους. Στατιστικές στην Αμερική δείχνουν ότι 10.400 άτομα πεθαίνουν κάθε χρόνο από καρκίνο που σχετίζεται με φυτοφάρμακα.6

Η επιβάρυνση του περιβάλλοντος και της υγείας μας από την παραγωγή βαμβακερών υφασμάτων δεν σταματά στα φυτοφάρμακα κατά την καλλιέργεια του βαμβακιού. Συνεχίζεται και στη συγκομιδή, όπως και σε όλα τα στάδια επεξεργασίας του. Πριν παραχθούν βαμβακερές ίνες από τον καρπό, απαιτείται καθαρισμός, λεύκανση και διεργασίες που κάνουν τις ίνες πιο απαλές, όπως τις προτιμούν οι καταναλωτές.6

Στο τελειωτικό στάδιο είναι πολύ πιθανό να χρησιμοποιηθεί ουσία με βάση τη φορμαλδεΰδη, η οποία εφαρμόζεται στις ίνες με τη βοήθεια υψηλής θερμοκρασίας, για να γίνουν πιο ανθεκτικές στο τσαλάκωμα και να μη μαζεύουν (μια ιδιότητα που την έχει το βαμβάκι). Η παραπάνω διαδικασία εγκλωβίζει την τοξική ουσία στις ίνες, οι οποίες παραμένουν μολυσμένες με αυτή, όσες φορές και να πλυθούν. Οι τοξικές ουσίες που χρησιμοποιούνται σ’ αυτά τα στάδια, και κυρίως το τελείωμα με φορμαλδεΰδη, είναι η αιτία που πολλοί καταναλωτές με ευαισθησία στα χημικά θα βιώσουν δυσάρεστα συμπτώματα όταν έρθουν σ’ επαφή με το τελικό προϊόν, για παράδειγμα ένα βαμβακερό ρούχο.6

Πρώτα θύματα οι εργαζόμενοι

Οι πρώτοι που εκτίθενται στις ουσίες και στις μεθόδους της βιομηχανίας υφασμάτων και ένδυσης είναι, βέβαια, οι εργαζόμενοι σε αυτή. Στην Αίγυπτο, κατά τη δεκαετία του 1990, το 50% τουλάχιστον των εργατών σε βιομηχανίες βαμβακιού διαπιστώθηκε ότι υπέφεραν από συμπτώματα που προκαλεί η δηλητηρίαση από τη μακροχρόνια έκθεση σε φυτοφάρμακα, με κυριότερα νευρολογικές διαταραχές και προβλήματα στην όραση. Στην Ινδία, το 91% των εργατών σε τέτοιου είδους εργοστάσια διαπιστώθηκε ότι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν βλάβες στα χρωματοσώματα και στα κύτταρα.6

Πρόσφατο παράδειγμα που είδε το φως της δημοσιότητας είναι τα εργοστάσια τζιν υφασμάτων, κυρίως σε χώρες όπως η Ινδία, η Κίνα και η Τουρκία, στα οποία είναι συνήθης η πρακτική της αμμοβολής των τζιν. Η συγκεκριμένη πρακτική συμφέρει τις εταιρείες, επειδή δίνει στα τζιν αυτό το χαρακτηριστικό «ξεβαμμένο» χρώμα, το οποίο όσο πιο πετυχημένα αποδοθεί, τόσο αυξάνει την αξία του εμπορεύματος στην αγορά.7

Στην Τουρκία, σχεδόν 4.000 εργάτες έχουν νοσήσει εξαιτίας της παραπάνω τακτικής, από πυριτίαση, μια ασθένεια που προκαλείται από την εισπνοή σκόνης και κομματιών κρυσταλλικού πυριτίου και δημιουργεί φλεγμονή και ουλές στους πνεύμονες. Το πυρίτιο είναι ουσιαστικά η ουσία που χρησιμοποιείται για να πετύχει η επεξεργασία των τζιν με την πρακτική της αμμοβολής. Ο Τούρκος πνευμονολόγος Ζεκί Κιλικασλάν, που έχει συναντήσει πολλές περιπτώσεις ασθενών, αναφέρει ότι οι εργάτες εφαρμόζουν την αμμοβολή σε τουλάχιστον 3.000 κομμάτια υφάσματος καθημερινά, ενώ αρκετοί από αυτούς εκτίθενται στο επιβαρυμένο περιβάλλον και μετά τη δουλειά, αφού μένουν μέσα σε χώρους των εργοστασίων. Σχετικό ντοκιμαντέρ αποκάλυψε μάλιστα ότι οι περισσότεροι αγνοούν το ρίσκο για την υγεία τους, συχνά επειδή ο εργοδότης τους, τους διαβεβαιώνει ότι αυτό δεν υφίσταται.7

Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάζονται οι άνθρωποι στις βιομηχανίες αυτές έχει αποτελέσει θέμα πολλών άρθρων και ντοκιμαντέρ. Ωστόσο, είναι δύσκολο αυτή η κατάσταση να αλλάξει. Οι εταιρείες, όταν οι επίσημοι οργανισμοί του τόπου όπου αυτές εδρεύουν θεσπίζουν αυστηρούς κανόνες, απλά αναζητούν έναν άλλο τόπο έδρας με πιο χαλαρό νομοθετικό περιβάλλον. Και, δυστυχώς, σ’ αυτά τα μέρη πάντα υπάρχουν εργατικά χέρια απεγνωσμένα, έτοιμα να δουλέψουν για ένα ξεροκόμματο και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες…

Το πρόβλημα με το νερό

Η αύξηση της κατανάλωσης υφασμάτων έχει πολλαπλασιάσει τα απόβλητα και έχει δημιουργήσει δυσλειτουργίες στην ανακύκλωση και την επεξεργασία τους. Η επιβάρυνση του περιβάλλοντος με τη μόλυνση που επιφέρει στο σύνολό της η βιομηχανία υφασμάτων είναι τεράστια, με το πιο σοβαρό πρόβλημα να εντοπίζεται στη μόλυνση του νερού. Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι το 17-20% της μόλυνσης του νερού προέρχεται από την επεξεργασία και το βάψιμο των υφασμάτων. Ο εν λόγω Οργανισμός εντόπισε στο νερό 72 τοξικά χημικά που προέρχονται από τις βαφές για τα υφάσματα, εκ των οποίων τα 30 παραμένουν μόνιμα. Η έκθεση των καταναλωτών σε τέτοιου είδους ουσίες μέσω του νερού έχει σχετιστεί και με την πρόκληση καρκίνου.8

Το πλύσιμο των υφασμάτων από τους καταναλωτές απελευθερώνει επιπλέον τοξικά στο περιβάλλον και στο νερό. Για παράδειγμα, έχει διαπιστωθεί ότι τα NPEs, τα οποία χρησιμοποιεί η βιομηχανία, όταν περνούν στα ύδατα και από κει στην τροφική αλυσίδα, επηρεάζουν τις ορμόνες. Πιθανόν να είναι μία από τις αιτίες που τα κορίτσια στις μέρες μας αρχίζουν να έχουν περίοδο πολύ νωρίτερα από ό,τι παλαιότερα. Μπορεί, επίσης, να ευθύνονται και για την καθυστέρηση της εμμηνόπαυσης. Η αύξηση του χρόνου που μια γυναίκα είναι γόνιμη στη ζωή της, έχει βρεθεί ότι αυξάνει, με τη σειρά της, και τις πιθανότητες να νοσήσει από καρκίνο του μαστού.8

Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις, όπως προαναφέρθηκε, α­-ντιδρούν αρκετά συχνά, στοχοποιώντας τα κακώς κείμενα στη βιομηχανία υφασμάτων και ένδυσης. Οι εταιρείες, από την πλευ­ρά τους, προσπαθούν ν’ αντικρούσουν τους ισχυρισμούς ή να φανούν πιο ευαίσθητες σχετικά με αυτά τα θέματα. Στην προσπάθειά τους αυτή, συχνά προδίδονται.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ισπανικού κολοσσού ενδυμάτων, μετά την πρόσφατη δημοσίευση της Greenpeace. Προκειμένου να αντικρούσει τις σχετικές κατηγορίες, όταν ακτιβιστές ανάρτησαν πανό έξω από τα καταστήματα της εταιρείας στο Αμβούργο, εκπρόσωπος της εταιρείας δήλωσε στην Deutsche Welle ότι η εταιρεία κάνει ποιοτικούς ελέγχους και σέβεται τους κανόνες που αφορούν στην υγεία και στο περιβάλλον.9 Παρά τους ισχυρισμούς για την αθωότητά της, λίγες μέρες αργότερα η ίδια εταιρεία υποσχέθηκε ότι θα σταματήσει να πετάει τα τοξικά της απόβλητα στο περιβάλλον, αλλά και την παραγωγή επιβλαβών ενδυμάτων ως το 2020.9 Γίνεται αμέσως αντιληπτό, λοιπόν, ότι με τη δεύτερη δήλωσή της η εταιρεία αντικρούει την πρώτη…

Κίνδυνος πυρκαγιάς

Μία άλλη πολύ σημαντική παράμετρος είναι η έκθεση στον κίνδυνο φωτιάς, στον οποίο υποβάλλουν τον καταναλωτή ορισμένα εξαιρετικά εύφλεκτα υφάσματα. Πρόκειται κυρίως για συνθετικά υφάσματα, από τα οποία φτιάχνονται τα περισσότερα ρούχα, όπως και υφάσματα που χρησιμοποιούνται μέσα στα σπίτια. Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος απ’ όσο φανταζόμαστε ή μας αφήνουν να φανταστούμε. Τα υφάσματα αυτά όχι μόνο πιάνουν εύκολα φωτιά, αλλά καίγονται και σε χρόνο μη­δέν, πράγμα που καθιστά σχεδόν αδύνατο στο θύμα ν’ αντιδράσει.

Σε σχετικό άρθρο αναφέρεται ότι η διαδικασία με την οποία ελέγχονται τέτοιου είδους υφάσματα και «μετριέται» η αντίδρασή τους όταν πιάσουν φωτιά, δεν δίνει αξιόπιστα αποτελέσματα. Κι όμως, από αυτά τα τεστ προκύπτουν τα στάνταρτ ασφαλείας, τα οποία υποτίθεται ότι προστατεύουν τους καταναλωτές.10 Στο εν λόγω άρθρο παρουσιάζονται αρκετές περιπτώσεις, κατά τις οποίες άνθρωποι (δυστυχώς και αρκετά παιδιά) υπήρξαν θύματα εύφλεκτων υφασμάτων. Κάποιες από αυτές τις υποθέσεις φτάνουν και στα δικαστήρια, στις περισσότερες ωστόσο περιπτώσεις τα θύματα δεν δικαιώνονται.10

Η ευρεία χρήση εύφλεκτων υφασμάτων έχει οδηγήσει σε τραγωδίες. Το 2001, μια φοβερή πυρκαγιά σε ντισκοτέκ του Βόλενταμ (Κάτω Χώρες) στοίχισε τη ζωή σε δέκα άτομα. Ένας από τους λόγους που προκάλεσαν την πυρκαγιά ήταν και τα εύφλεκτα που φορούσαν οι θαμώνες.11 Η συγκεκριμένη τραγωδία υπήρξε αφορμή για να ερωτηθεί τότε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή «αν ήταν διατεθειμένη να εξετάσει τη δυνατότητα ή τη σκοπιμότητα θέσπισης κοινοτικής νομοθεσίας που να καθιστά υποχρεωτική για ολόκληρη την Ευρώπη την επισήμανση του εύφλεκτου χαρακτήρα των ρούχων, ώστε να ευαισθητοποιηθούν οι καταναλωτές σχετικά με τους κινδύνους που διατρέχουν» (ΕΕ C 187 E, 03/07/2001, σελ. 194).11

Η Επιτροπή απάντησε ότι συμφωνούσε με τη σοβαρότητα του θέματος, επισημαίνοντας ωστόσο την αδυναμία να στηριχτεί ένα τέτοιο νομοθετικό πλαίσιο. Σε γενικές γραμμές, δεν έχει υπάρξει μια αποτελεσματική δράση προστασίας του καταναλωτή για το συγκεκριμένο θέμα μέχρι σήμερα.

Τρόποι αποφυγής των κινδύνων

Κατ’ αρχάς, καλό είναι ν’ αποφεύγει κανείς κάποιες κατηγορίες συνθετικών ρούχων και γενικά υφασμάτων: ακρυλικά (acrylic), πολυεστέρας (polyester), τεχνητό μετάξι (rayon), ύφασμα με βάση το οξικό άλας (acelate), τριοξεϊκά υφάσματα (triacelate), νάιλον (nylon) και οτιδήποτε φέρει ταμπέλα με ένδειξη non-iron, wrinkle-resistant, permanent-press, stain-proof, moth-repellant, όροι δηλαδή που σημαίνουν ότι αυτά τα υφάσματα δεν τσαλακώνονται εύκολα ή δεν χρειάζονται σίδερο, είναι ανθεκτικά στον στατικό ηλεκτρισμό, στους λεκέδες και στον σκώρο.12 Προτιμότερα είναι ρούχα, εσώρουχα και, γενικότερα, είδη φτιαγμένα από υφάσματα που αφήνουν το δέρμα ν’ αναπνέει: βαμβάκι (cotton), λινό (linen), μαλλί (wool), μετάξι (silk), κασμίρι (cashmere) και, μη σας φανεί περίεργο, κάνναβη (hemp).

Τα οργανικά υφάσματα είναι επίσης μια ασφαλής λύση, ίσως η ασφαλέστερη από όλες. Αν και η τιμή τους είναι λίγο πιο ακριβή και η διάθεσή τους στην αγορά πιο περιορισμένη, αξίζει τον κόπο να τα αναζητήσει κανείς. Κι αυτό γιατί απαλλάσσουν από τους κινδύνους που προαναφέρθηκαν, οι οποίοι δεν αφορούν μόνο τα συνθετικά υφάσματα, αλλά και υφάσματα που θεωρούνται ασφαλέστερα, όπως τα βαμβακερά.

Τουλάχιστον στα μωρά και στα παιδιά, η χρήση οργανικών υφασμάτων κρίνεται απαραίτητη. Μια «βόλτα» στο Διαδίκτυο μπορεί να αποκαλύψει μαγαζιά (διαδικτυακά ή μη) με οργανικά είδη και ρούχα για κάθε περίσταση. Την αναζήτηση θα διευκολύνουν και κάποια γνωστά πολυκαταστήματα ρούχων που έχουν εντάξει σειρές από οργανικά υφάσματα στις συλλογές τους.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, το 60% του παγκόσμιου πληθυσμού θ’ αποκτήσει ευαισθησία στα χημικά ως το 2020.13 Ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης γι’ αυτό έχουν τα υφάσματα που χρησιμοποιούμε καθημερινά. Αντιδράστε. Οι εναλλακτικές υπάρχουν.